Facebook

YouTube

Συνέντευξη στο AVOPOLIS Μιχάλη Τσαντίλα

Ο Παντελής Θαλασσινός δεν χρειάζεται συστάσεις. Από τα μεγάλα έντεχνα ονόματα στη δεκαετία του 1990, έγραψε τραγούδια που θα αναγνώριζε ακόμα και ο πιο ξένος προς το συγκεκριμένο είδος ακροατής. Τα τελευταία χρόνια έχει πάρει τα πράγματα στα χέρια του, εκδίδοντας και κυκλοφορώντας ο ίδιος τους δίσκους του, παραμένοντας, όμως, ιδιαίτερα παραγωγικός. Με αφορμή τη συναυλία που ετοιμάζει με τους Γεράσιμο Ανδρεάτο, Βασίλη Καζούλη, Γιώτα Νέγκα, Γιάννη Νικολάου, Σταμάτη Χατζηευσταθίου, Νάνα Μπινοπούλου και Μανώλη Σκουλά (την άλλη Παρασκευή, 27 Ιουνίου, στην Τεχνόπολη), αδράξαμε την ευκαιρία να συζητήσουμε μαζί του για την πορεία του, το νέο δισκογραφικό σκηνικό, τα μελλοντικά του σχέδια, αλλά και για τη σκοτεινή πλευρά του Μουντιάλ και για τις πρόσφατες δηλώσεις του σχετικά με το The Voice...

 

Ετοιμάζετε μια μεγάλη συναυλία με τίτλο «Το Καλό Συναπάντημα», για τις 27 Ιουνίου στην Τεχνόπολη –έχετε μάλιστα καλέσει και κάμποσους φίλους σας καλλιτέχνες. Ποια είναι η αφορμή για να γίνει αυτή η μάζωξη;

 

Η αφορμή και η ευκαιρία ήταν η ίδια η συναυλία, ένιωσα ότι πρέπει να κάνω σ’ αυτήν κάτι διαφορετικό… Kι έτσι αποφάσισα να τραγουδήσω με φίλους, μιας κι έχω να το κάνω πάρα πολύ καιρό.

 

Έχετε πολλές φορές χαρακτηρίσει το ξεκίνημά σας με τους Λαθρεπιβάτες τυχερό και εύκολο, λόγω της άμεσης ανταπόκρισης από τη Minos. Πόσο εύκολο ήταν όμως να πάρετε την απόφαση της διάλυσης, τη στιγμή που γνωρίζατε τόση επιτυχία;

 

Ήμασταν τότε πολύ τυχεροί, αν σκεφτείς πόσες

κασέτες υπήρχαν στα συρτάρια των παραγωγών των εταιρειών. Καμιά βέβαια εταιρεία δεν παίρνει νέους καλλιτέχνες για δισκογραφία, αν δεν τους πιστεύει. Μας πίστεψαν. Η διάλυσή μας ήρθε όταν ο καθένας απ’ τους δυο μας θέλησε να κάνει αυτό που είχε ανάγκη.

 

Ποια ήταν η αντίδραση της εταιρείας σας εκείνη τη στιγμή;

 

Η εταιρεία εκείνο τον καιρό δεν μπορούσε να πει τίποτα, μιας και το συμβόλαιό μας το είχαμε τιμήσει και με το παραπάνω.

 

Η μετέπειτα πορεία σας ήταν στον χώρο που ο τύπος ονόμασε «έντεχνο τραγούδι». Νιώθατε ότι εκεί ανήκατε, ότι είχατε συγγένειες με κάποιους από τους καλλιτέχνες της εποχής; Και ποια η γνώμη σας για τις κόντρες που γίνονταν τότε με την «απέναντι όχθη», το ας πούμε εμπορικό τραγούδι;

 

Οι όροι και οι ταμπέλες δεν είναι και τόσο εύστοχες. Ποιος είναι αυτός που μπορεί να πει ποιο τραγούδι ανήκει σ’ ένα είδος; Σαφώς και υπήρχε έντεχνο τραγούδι –και υπάρχει. Αλλά και το έντεχνο δημιουργεί μορφώματα, που δεν έχουν καμία σχέση με την τέχνη, ούτε με τη μουσική, ούτε με την ποίηση. Το πιο εμπορικό τραγούδι είναι το καλό και το σοβαρό τραγούδι, αυτό που θα πουλάει στον χρόνο και θα εκτιμάται περισσότερο με τον καιρό. Εγώ θέλω να ανήκω στο είδος του σοβαρού τραγουδιού, και τα τραγούδια μου να παίζονται σε σοβαρές στιγμές μουσικής εκδήλωσης. Ακόμη κι αυτές της μοναξιάς και του προβληματισμού, όταν κανένας δεν λέει αστειάκια στον εαυτό του...

 

Έχετε δώσει δίσκους σας για κυκλοφορία μέσω εφημερίδων. Για κάποιους, αυτή η τακτική ευθύνεται –μαζί με άλλους παράγοντες– για την απαξίωση του CD ως μέσου αποθήκευσης μουσικής. Ποια η δική σας άποψη;

 

Ναι, έχω δώσει κι εγώ, αλλά πολύ πρόσφατα: τα 10 Τραγουδια Της Ελπίδας στην Ελευθεροτυπία, όταν ακόμη κι αυτή η πρακτική είχε ξεθυμάνει. Πουλήθηκαν βέβαια 30.000 CD, πράγμα που σημαίνει ότι ο δίσκος πήγε σε τόσους ανθρώπους. Με την άλλη οδό, μιας και το CD απαξιώθηκε, δεν μπορείς να φτάσεις σε πάνω απο 2-3.000 ακροατές. Και τις εφημερίδες βέβαια οι εταιρείες τις κατευθύνουν, μιας κι εκείνες έχουν δεσμευμένο το παλιό υλικό. Τα δικά μου τραγούδια, όμως, ποτέ δεν βγήκαν σε εφημερίδες, γιατί το είχα όρο στο συμβόλαιό μου. Αλλά το CD πέθανε. Καιρός λοιπόν να παίρνουμε τα δικαιώματά μας απ’ τις δισκέτες άγραφης μνήμης και απ’ το YouTube. Στην Ελλάδα δυστυχώς είμαστε χωρισμένοι και εξαρτημένοι από εισπρακτικούς οργανισμούς οι οποίοι ή κοιμούνται ή εθελοτυφλούν.

 

Τα τελευταία χρόνια έχετε πάρει επάνω σας όλους τους τομείς της κυκλοφορίας ενός δίσκου –από το κόστος του στούντιο και των μουσικών, μέχρι τη σχεδίαση των εξωφύλλων και τη διανομή. Αυτή η λογική προσφέρει βέβαια ελευθερία κινήσεων, αλλά μπορεί να οδηγήσει και σε συμβιβασμούς ή εκπτώσεις. Εσείς πώς κρατάτε τις ισορροπίες;

 

Δεν υπάρχουν ισορροπίες, παίζεις με τους κανόνες της αγοράς. Απ’ τη μια μπορώ να είμαι πάμφθηνος, απ’ την άλλη, όμως, δεν είμαι ευκίνητος στη διανομή και στη διαφήμιση. Άσε που, όπως είπαμε, δεν υπάρχει κέρδος. Και έτσι είσαι αναγκασμένος να έχεις ζημία στην εταιρεία.

 

Θεωρείστε άνθρωπος χαμηλών τόνων, όμως πρόσφατα δημιουργήθηκε αρκετή φασαρία γύρω από κάποιες δηλώσεις σας σχετικά με το τηλεοπτικό σόου The Voice. Μετανιώσατε που τις κάνατε; Η διαφωνία σας έγκειται στην τηλεοπτική διάσταση του πράγματος ή διαφωνείτε γενικά με τους καλλιτεχνικούς διαγωνισμούς;

 

Εγώ πιστεύω και έχω την άποψη ότι έγινε πολύς ντόρος για το τίποτα. Ρωτήθηκα σε μια συνέντευξη και απάντησα τη γνώμη μου, χωρίς να βρίσω ή να προσβάλω κάποιον. Αυτό έγινε. Η τηλεόραση, βέβαια, με την αλαζονεία του μονολόγου και τη μονομανία της, προσεβλήθη απ’ τον διάλογο... Αυτό είν’ όλο. Ξέρει μόνο να πυροβολεί, να λέει, να δείχνει, να μην πυροβολείται, να μην ακούει, να μη βλέπει. Έτσι είναι η τηλεόραση, απ’ τη φύση της. Δεν είναι πομποδέκτης, αλλά μόνο πομπός.

 

Είναι γνωστή η αγάπη σας για το ποδόσφαιρο. Αυτές τις μέρες γίνεται το Μουντιάλ στη Βραζιλία, με τεράστια ποσά να δαπανώνται για τη διεξαγωγή του, τη στιγμή που ο λαός της χώρας πεινάει, ενώ μαθαίνουμε και για δεκάδες εργατικά ατυχήματα, ταραχές κλπ. Ποιες οι σκέψεις σας σχετικά με τη σκοτεινή πλευρά της επαγγελματικής έκφανσης του αθλήματος;

 

Τα αθλήματα, όπως και όλα, ανήκουν κι αυτά στην υπηρεσία των πολυεθνικών εταιρειών. Είναι μέσα στη ντόπα και στα φάρμακα. Είναι η τρέλα μου το ποδόσφαιρο, αλλά τα 'χω τετρακόσια σε ό,τι αφορά τα παραπάνω· πολιτικές σκοπιμότητες και ασυλίες των παραγόντων και διάφορες άλλες ενέργειες αποπροσανατολισμού των ταλαιπωρημένων. Γι’ αυτό το 'χω από τα δευτερεύοντα το πιο αγαπημένο.

 

Με δεδομένο ότι μέσα στο 2013 κυκλοφορήσατε δύο δίσκους, πότε να περιμένουμε τον επόμενο; κΚαι ποιο περίπου θα είναι το περιεχόμενό του;

 

Τέλη του '14 ή αρχές του '15 θα κάνω μια δουλειά με τον Κώστα Φασουλά. Λέγεται Αιχμάλωτοι Και Σκλάβοι και αντλεί τα θέματά της από τα παλιά παιχνίδια. Θα ακολουθήσουν κι άλλες, όπως τα 12 Ηλιοτρόπια σε στίχους του μεγάλου μας ποιητή Άλκη Αλκαίου, που έφυγε απ’ τη ζωή, τα Λαϊκά Τροπάρια, με λαϊκά τραγούδια μου, καθώς και ακόμα μία με: α) ένα τραγουδι σε μείξη ελληνικών και ισπανικών, το θρυλικό “Chan Chan” των Buena Vista Social Club, γραμμένο από τον μεγάλο συνθέτη της Κούβας Compay Segundo. Το ηχογραφήσαμε με τους γιούς του (Grupo Compay Segundo), με τους οποίους συνεργαστήκαμε στo Circus Royal Theatre των Βρυξελλών και β) το ίδιο τραγούδι στα ελληνικά, με τον τίτλο “Μαύρε Ωκεανέ”, σε στίχους που έγραψα ο ίδιος. Όλες αυτές οι παραγωγές θα γίνουν με την προσωπική μου εταιρεία, την Έρημος Αθήνα.

 

Φαντάζομαι επιλέξατε αυτό το όνομα για την εταιρεία σας με μια κυνική-χιουμοριστική διάθεση. Τι σας κρατάει ακόμα να ζείτε στην χτυπημένη από την Κρίση πόλη;

 

Η Αθήνα αυτή τη στιγμή είναι λίγο πιο καθαρή απ’ το Κάιρο. Παραμένει, όμως, όμορφη. Και κάποια σημεία της αντιστέκονται στη βία της πολιτικής, της ασχήμιας και του «αρπακόλα».

 

Το 1995, με το πρώτο σας προσωπικό άλμπουμ, Νύχτας Κύματα, δεν διστάσατε να επανεφεύρετε τον καλλιτεχνικό σας εαυτό και να ξεκινήσετε μια πολύ διαφορετική πορεία, σε σχέση με τους Λαθρεπιβάτες. Εξετάζετε μέσα σας το ενδεχόμενο να αναζητήσετε έναν ακόμα διαφορετικό δρόμο στο μέλλον, μία ακόμα διαφορετική έκφανση της τραγουδοποιίας σας ή του ήχου σας;

Κάθε φορά που γράφω προσπαθώ να εκπλήξω τον εαυτό μου, αλλά κάποια ιδιαίτερα σημεία της μουσικής μου με τραβάνε πίσω. Το ίδιο και το κοινό, που ίσως με θέλει όπως με έμαθε.

Κλείνοντας, πώς σχεδιάζετε να περάσετε το φετινό καλοκαίρι; Θα ρίξετε το βάρος στη δουλειά (συναυλίες κλπ.) ή στην ξεκούραση;

Θα προσπαθήσω να τα συνδυάσω και τα δυο, μιας και οι συναυλίες φέτος είναι λίγες, αλλά καλές...

Share
Powered by Bullraider.com